Ψηφιοποίηση της Δικαιοσύνης η ψηφιακή επιτήρηση της; [Άρθρο Γ.Μανούσου]

Μόλις χθες, η κυβέρνηση παρουσίασε στο ευρύ κοινό και σε ειδική αίθουσα του Υπουργείου τον λεγόμενο «Ηλεκτρονικό Φάκελο Δικογραφίας» ως εκσυγχρονισμό και θεσμική πρόοδο. Ο Υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης μάλιστα, μας μίλησε για μια «πραγματική τομή» που θα αλλάξει άρδην την συνολική εικόνα της δικαιοσύνης στην χώρα μας, εξαλείφοντας την γραφειοκρατία και επιταχύνοντας την απονομή της. 

Στην πραγματικότητα, όμως, δεν πρόκειται για ουδέτερη ψηφιοποίηση διαδικασιών, αλλά για βαθιά θεσμική μεταβολή στον πυρήνα της δικαστικής λειτουργίας, η οποία -κατά την γνώμη μου- εγείρει σοβαρά ζητήματα συνταγματικότητας, διάκρισης των εξουσιών και προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ο ηλεκτρονικός φάκελος δεν περιορίζεται στην αποθήκευση εγγράφων. Ενσωματώνει μηχανισμούς πλήρους ιχνηλασιμότητας, καταγράφοντας ποιος δικαστής ή υπάλληλος άνοιξε μια δικογραφία, πότε, για πόσο χρόνο, με ποια συχνότητα και με ποια ακολουθία ενεργειών. Η καταγραφή αυτή δεν είναι τεχνικά αθώα. Δημιουργεί ψηφιακά προφίλ συμπεριφοράς δικαστικών λειτουργών και εισάγει, de facto, ένα σύστημα διαρκούς επιτήρησης της δικαστικής κρίσης, γεγονός που προσκρούει ευθέως στο άρθρο 87 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών, καθώς και στο άρθρο 26 που επιβάλλει την αυστηρή διάκριση των λειτουργιών. 

Η Δικαιοσύνη δεν είναι διοικητική υπηρεσία που υπόκειται σε μετρήσεις αποδοτικότητας, ούτε οι δικαστές υπάλληλοι που αξιολογούνται με δείκτες απόδοσης. Η μετατροπή της δικαστικής λειτουργίας σε σύνολο μετρήσιμων χρόνων και στατιστικών δεδομένων αλλοιώνει την ίδια τη φύση της δικανικής κρίσης και εισάγει έμμεσες πιέσεις, ασύμβατες με την αρχή του φυσικού δικαστή και το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου

Ακόμη σοβαρότερο είναι το γεγονός ότι το σύστημα αυτό δεν τελεί υπό τον θεσμικό έλεγχο της ίδιας της Δικαιοσύνης, αλλά εντάσσεται στη διοικητική και τεχνική αρμοδιότητα του κράτους και, τελικά, της εκτελεστικής εξουσίας. Όταν η κυβέρνηση έχει την τεχνική κυριότητα της πλατφόρμας, τη διαχείριση των αρχείων καταγραφής και τον έλεγχο της αρχιτεκτονικής πρόσβασης, τότε αποκτά έναν έμμεσο αλλά πραγματικό μοχλό επιρροής στη λειτουργία της δικαστικής εξουσίας. Αυτό συνιστά θεσμική διολίσθηση, η οποία δεν επιτυγχάνεται με ευθείες παρεμβάσεις –που θα προσέκρουαν στο Σύνταγμα– αλλά με τεχνολογικά εργαλεία, λιγότερο ορατά αλλά εξίσου αποτελεσματικά.

Παράλληλα, η καθολική ψηφιοποίηση της δικογραφίας δημιουργεί σοβαρά ζητήματα ισότητας των όπλων, κατά παράβαση της αρχής της δίκαιης δίκης. Μεγάλα οργανωμένα δικηγορικά σχήματα διαθέτουν τεχνική υποδομή, εξειδικευμένο προσωπικό και ψηφιακά εργαλεία μαζικής διαχείρισης φακέλων, ενώ ο μεμονωμένος δικηγόρος της περιφέρειας καλείται να ανταγωνιστεί σε ένα περιβάλλον που απαιτεί τεχνολογική ισχύ και κεφάλαιο. Έτσι, η ψηφιοποίηση δεν λειτουργεί εξισωτικά, αλλά ενισχύει τις υφιστάμενες ανισότητες, μετατρέποντας την πρόσβαση στη Δικαιοσύνη σε ζήτημα τεχνολογικής δυνατότητας και όχι θεσμικού δικαιώματος

Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι και η διάσταση της προστασίας προσωπικών δεδομένων. Ο ηλεκτρονικός φάκελος συγκεντρώνει εξαιρετικά ευαίσθητες πληροφορίες: ποινικές δικογραφίες, δεδομένα υγείας, οικογενειακές διαφορές, υποθέσεις ανηλίκων, οικονομικά στοιχεία ζωής. Σύμφωνα με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (GDPR – Κανονισμός 2016/679), η επεξεργασία τέτοιων δεδομένων απαιτεί αυξημένες εγγυήσεις, αυστηρό περιορισμό σκοπού και σαφή κατανομή ευθύνης.

Μέχρι σήμερα, όμως, δεν έχει παρουσιαστεί δημόσια ανεξάρτητος έλεγχος ασφάλειας, ούτε πλήρης ανάλυση αντικτύπου (DPIA), ούτε σαφές πλαίσιο λογοδοσίας σε περίπτωση παραβίασης. Μια διαρροή δικαστικών δεδομένων δεν διορθώνεται και δεν ανακαλείται· συνιστά ανεπανόρθωτη προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της ιδιωτικής ζωής, όπως προστατεύονται από τα άρθρα 2 και 9Α του Συντάγματος. 

Η Δικαιοσύνη, τέλος, δεν μπορεί να λειτουργεί με τη λογική της ταχύτητας ως αυτοσκοπού. Η εύλογη διάρκεια της δίκης δεν ταυτίζεται με τη βιασύνη, ούτε η αποτελεσματικότητα με την επιτάχυνση χωρίς στάθμιση. Όταν η καθυστέρηση αντιμετωπίζεται apriori ως δυσλειτουργία του συστήματος και όχι ως ενδεχόμενη ανάγκη ουσιαστικής εξέτασης, τότε η δικαστική κρίση υποβιβάζεται σε διαδικαστικό προϊόν. 

Η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη και η Δικαιοσύνη δεν είναι πλατφόρμα. Είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη εξουσία, ισότιμη με τις άλλες δύο. Ο λεγόμενος «Ηλεκτρονικός Φάκελος Δικογραφίας», χωρίς σαφείς θεσμικές εγγυήσεις, χωρίς ανεξάρτητο έλεγχο και χωρίς πλήρη διαφάνεια, δεν αποτελεί πρόοδο, αλλά αλλαγή ισορροπιών εξουσίας εις βάρος της δικαστικής ανεξαρτησίας. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν η Δικαιοσύνη πρέπει να εκσυγχρονιστεί. Το ερώτημα είναι ποιος ελέγχει τον εκσυγχρονισμό της, με ποια νομιμοποίηση και με ποια όρια. Και σε αυτό το ερώτημα, μέχρι σήμερα, η κυβέρνηση αποφεύγει συνειδητά να απαντήσει.

Αναμένω με ιδιαίτερο ενδιαφέρον την λειτουργία της πλατφόρμας στο πεδίο και το αντίκτυπο που αυτή θα έχει σε δικαστές, δικηγόρους και διαδίκους. Θέλω να πιστεύω ότι δεν θα χρειαστεί να επανέλθω στο μέλλον, ειδικά για θέματα κυβερνοασφάλειας. 


Γιώργος Μανούσος

Μηχανικός Πληροφορικής Τ.Ε

Ανεξάρτητος Βουλευτής Β2 Δυτικού Τομέα Αθ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου